, ,

Όσκαρ Σιπάν | Σπιτικές συνταγές για ανθρώπους χωρίς σπίτι

yellow painted balcony with plants and green shutters
«Τι δύσκολο να ξεχάσουμε κάποιον που μετά βίας γνωρίζουμε»
Πράγματα που ποτέ δεν σου είπα, ΙΣΑΜΠΕΛ ΚΟΪΣΕΤ
Εκείνη στο μπαλκόνι τρώει μικρές μπουκίτσες από το αγαπημένο της γλυκό, απολαμβάνοντας τη ζάχαρη άχνη με το βλέμμα χαμένο και θλιμμένο, σαν να την είχαν ήδη φιλήσει όλοι οι άντρες και όλες οι γυναίκες του κόσμου.

Έχει φθίνουσα σελήνη και στη χάση του φεγγαριού κλαδεύουμε τα οπωροφόρα δέντρα, φυτεύουμε πατάτες και κόβουμε ξύλα για το τζάκι και την ουρά των αρνιών. Η φθίνουσα σελήνη συμβαίνει μεταξύ πανσελήνου και νέας σελήνης. Είναι κάτι σαν μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο έρωτες. Και όλα συνίστανται στο να ερωτεύεσαι και να ξε-ερωτεύεσαι. Μια μέρα, σ’ αυτόν τον ίδιο κάδο απορριμμάτων από όπου την παρατηρώ, πέταξε όλα τα πράγματά του, το γούρικο πουλόβερ του και τα σημειωματάρια με τις ιδέες του, το άλμπουμ με τις φωτογραφίες και τα βιβλία τέχνης του, την κοινή τους ζωή, σαν μια κηδεία βίκινγκ στον 21ο αιώνα. Αλλά δεν μπόρεσε να μην κρατήσει δύο φωτογραφίες που κρύβει σε ένα συρτάρι του γραφείου της με διπλό πάτο: την ημέρα που γνωρίστηκαν σε μια διαδήλωση για την υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου και μια πολαρόιντ από το τελευταίο τους ταξίδι. Κοιτάζοντάς τες ανακαλεί, χωρίς πίνακα των πνευμάτων ούτε κάποιο μέντιουμ, τη γαλλική προφορά του και τη χλομάδα άρρωστου παιδιού κρεβατωμένου έναν ολόκληρο χειμώνα. Φεύγοντας, πήρε μαζί του το πηγαίο γέλιο και την αισιοδοξία της, όπως οι τράπεζες παίρνουν τα σπίτια. Υπάρχει τόση απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο φωτογραφίες όση ανάμεσα στα δύο πιο απομακρυσμένα άστρα του σύμπαντος.

Της πάει πολύ το ξυρισμένο κεφάλι α λα Sinéad O’Connor στο Nothing Compares 2U, αλλά φαίνεται ότι ανέκαθεν είχε μακριά μαλλιά, επειδή ακούσια ψάχνει ένα τσουλούφι που πια δεν υπάρχει. Έχει μια φακίδα στην άκρη της μύτης που βοηθάει να κεντράρεις τα φιλιά και μια θλίψη πειθαρχημένη και φάλτσα. Κάθε βράδυ ανοίγει την μπαλκονόπορτα την ίδια ώρα. Στην πραγματικότητα, δεν βγαίνει να πάρει αέρα, βγαίνει για να αναπνεύσει στο παρελθόν της, να κάνει τουρισμό στις αναμνήσεις της, απαρηγόρητη, χωρίς όρεξη να τη βρίσκει το ξημέρωμα ούτε μόνη ούτε με παρέα. Μπαίνει μέσα τα χαράματα με το φως του κομοδίνου ακόμη αναμμένο. Η αϋπνία είναι ένα σύνορο που είτε το περνάς με τρένο είτε δεν το περνάς, και γι’ αυτό προσπαθεί να διαβάσει βιβλία χωρίς να μπορεί να συγκεντρωθεί, μετράει προβατάκια, φαντάζεται φιγούρες στην μπογιά του ταβανιού και κλαίει από αγανάκτηση για έναν κόσμο παχύσαρκων παιδιών ανθεκτικών στην ινσουλίνη.

Είναι νέα, η ελπίδα θα φυτρώσει ξανά.

Οι γονείς της κρατούν ένα δωμάτιο για εκείνη στην πρωτεύουσα, ένα δωμάτιο παγιδευμένο στο περμαφρόστ της εφηβείας: αφίσες τραγουδιστών που πέθαναν πριν κλείσουν τα τριάντα, μια υδρόγειος σφαίρα που φωτίζει, φτερά που μάζεψε σε εκδρομές, ψυχεδελικές μπαντάνες που μυρίζουν πατσουλί, μια ελλιπής συλλογή από ορυκτά, ένα κουβάρι από κολιέ και δερμάτινα βραχιόλια, σέλφις με τις καλύτερες φίλες της κρεμασμένες σ’ έναν καθρέφτη. Αλλά αν ενδώσει, αν γυρίσει πίσω και αφήσει να τη φροντίσουν, νιώθει ότι δεν θα συνέλθει πια ξανά, ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να βγει από το πηγάδι. Πρέπει να ξαναβρεί τον καλό δαίμονα, όπως ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες την ευτυχία. Γι’ αυτό προσπαθεί να καταπολεμήσει τη θλίψη με αυτό το φυσικό αντιβιοτικό που είναι τα στενάχωρα τραγούδια. Αυτά τα τραγούδια που ακούει ξανά και ξανά.

Έφτασαν μια ανοιξιάτικη μέρα, την ώρα της σιέστας. Ήθελαν να ζήσουν μακριά από τον κόσμο και τη μεγάλη πόλη, στο χωριό όπου ένα φράγμα –ένα φράγμα που δεν κατασκευάστηκε ποτέ– ξαπόστειλε τους παππούδες της, από την πλευρά της μητέρας της, σ’ ένα εργοστάσιο, τριακόσια χιλιόμετρα μακριά από το μέρος όπου γεννήθηκαν και ερωτεύτηκαν. Ήθελαν να ξαναβρούν μια ζωή με περιβόλι, τρεις χιλιάδες βιβλία και έναν σκύλο, σε μια πεφωτισμένη και αντιφρονούσα φτώχεια. Ήθελαν, όπως έλεγε ο Λε Κορμπυζιέ, να έχουν εκείνο το σπίτι που είναι ένα κουκούλι για τη ζωή και μια μηχανή ευτυχίας. Ήθελαν να ξεφύγουν από τη μεγάλη πόλη, από όλες αυτές τις σπιτικές συνταγές για ανθρώπους χωρίς σπίτι, και να κάνουν δύο παιδιά και να έχουν χρόνο και να έχουν όρεξη για τα πάντα. Ήθελαν να γνωρίσουν τους γείτονές τους, να βοηθήσουν και να βοηθηθούν. Η συμβίωση όμως είναι μια παγίδα για την οποία κανείς δεν είναι προετοιμασμένος.

Κάθε πρωί φεύγει από το χωριό των παππούδων και οδηγεί εξήντα τρία χιλιόμετρα σ’ έναν επαρχιακό δρόμο γεμάτο στροφές και αγριογούρουνα για να πάει για κολύμπι. Βγαίνει από το αυτοκίνητο με μια μαύρη μπλούζα και μια τσάντα γυμναστηρίου με το φθαρμένο λογότυπο «Μόσχα 80». Από την τζαμαρία της καφετέριας, τη βλέπω να κατεβαίνει τις αλουμινένιες σκάλες, αργά, με βήματα αστροναύτη, μέχρι να βουτήξει στο νερό, σ’ ένα πρώτο βάπτισμα που την κάνει να αναστενάζει. Μετά ανταποδίδει το βλέμμα στον ναυαγοσώστη, ένα βλέμμα διαπερατό και κουρασμένο, κρύο σαν την πέτρα ενός βωμού, μέχρι αυτός να αναζητήσει καταφύγιο στα αποδυτήρια ή να ελέγξει μια στοίβα από σωσίβια. Οι χεριές της είναι μεγάλες και γυμνασμένες, ο λαιμός όπως στο παλιό μπουκάλι Coca-Cola και οι ώμοι φαρδιοί και κοκαλιάρικοι. Καθώς δεν μπορεί να διώξει τη θλίψη, κολυμπά κρόουλ, πηγαινοέρχεται, κάνοντας αρκετές διαδρομές ώστε να μην σκέφτεται.

Τα ψέματά τους είναι η δουλειά μου: είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ. Εισχωρώ στη ζωή των ανθρώπων για μέρες ή μήνες. Σημειώνω, καταγράφω ή φωτογραφίζω ό,τι κάνουν. Συγκεντρώνω αποδείξεις. Καταθέτω σε δίκες. Προκαλώ αιτιολογημένες απολύσεις. Αποκαλύπτω απιστίες. Ανακαλύπτω τις αθλιότητές τους και τις παραδίδω σε αυτόν που με πληρώνει, κυρίως ασφαλιστικές εταιρείες και επιχειρηματίες. Αυτή τη φορά όμως φοβάμαι, ίσως επειδή τη βλέπω να στεναχωριέται και νιώθω ότι θα μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα, κρατώντας σημειώσεις, οικειοποιούμενος τη ρουτίνα των ημερών της. Τότε βγαίνει στο μπαλκόνι, επαναλαμβάνει τη ρουτίνα της, τρώει μικρές μπουκίτσες από το αγαπημένο της γλυκό, με ανακαλύπτει, με εκείνη τη διαίσθηση των εγκύων, και χαμογελά.
(Ιανουάριος 2025)

Η παρούσα συλλογική μετάφραση δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 24 Μαΐου 2026 στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Γράφειν από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, καθηγητή Εφαρμοσμένης Μεταφρασεολογίας, με ειδικό αντικείμενο: Ισπανική Λογοτεχνία.